Προτομή του Αλέξανδρου Σούτσου. Περιοδικό του 1884

Προτομή του Αλέξανδρου Σούτσου. Περιοδικό του 1884

Ο Αλέξανδρος Σούτσος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1803, γιος του διπλωμάτη Κωνσταντίνου Σούτσου και της συζύγου του Ελένης, αδερφής του Ιακωβάκη Ρίζου Νερουλού. Έχασε τους γονείς του σε παιδική ηλικία και έμαθε τα πρώτα γράμματα στο σπίτι του θείου του Θεόδωρου Νέγρη. Παρακολούθησε κατόπιν μαζί με τον αδελφό του Παναγιώτη μαθήματα γυμνασίου στη σχολή της Χίου και το 1820 έφυγαν για σπουδές στο Παρίσι με φροντίδα του θείου τους ηγεμόνα της Μολδαβίας Μιχαήλ Σούτσου.

Στο Παρίσι κλονίστηκε η υγεία του, εξαιτίας της είδησης του θανάτου του αδερφού του Δημητρίου στη μάχη στο Δραγατσάνι, και αναγκάστηκε να φύγει για την Ιταλία. Ενώ είχε ήδη συγγράψει γαλλόφωνα ποιήματα κατά την παραμονή του στην Ευρώπη, επέστρεψε το 1825 στον ελλαδικό χώρο για να πάρει μέρος στην επανάσταση. Την περίοδο αυτή συνέγραψε σατιρικά της διακυβέρνησης του νέου ελληνικού κράτους ποιήματα, τα οποία εκδόθηκαν στην Ύδρα το 1827. Οι αντιδράσεις που προκλήθηκαν τον ανάγκασαν να καταφύγει στη Γαλλία, όπου δημοσίευσε την ιστορία της ελληνικής επανάστασης στα γαλλικά, ενισχύοντας το εκεί φιλελληνικό συναίσθημα. Σημειωτέα είναι η αναφορά του στον Ιωάννη Καποδίστρια στον επίλογο του παραπάνω έργου του, η οποία εκφράζει την αισιοδοξία του για το μέλλον της Ελλάδας υπό τη διακυβέρνησή του.

Στην Ελλάδα επέστρεψε μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Καποδίστρια και έμεινε στο Ναύπλιο, όπου απογοητευμένος από την πολιτική του κυβερνήτη εισχώρησε στην παράταξη των Συνταγματικών. Στα πλαίσια της αντικυβερνητικής του δράσης έγραψε σατιρικούς στίχους, οι οποίοι δημοσιεύτηκαν αργότερα στο Πανόραμα της Ελλάδος. Την ίδια εποχή κυκλοφόρησε ο Άσωτος και αμέσως μετά ο Εξόριστος. Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια (την οποία ο Σούτσος χαιρέτησε ως σωτήριο γεγονός για το ελληνικό έθνος) ο Σούτσος εμπιστεύτηκε αρχικά τη βαυαρική αντιβασιλεία και τον Όθωνα, αγωνίστηκε ωστόσο αργότερα εναντίον τους. Οι συνεχείς διώξεις, δίκες, φυλακίσεις , κατασχέσεις των έργων του που ακολούθησαν, τον ανάγκασαν να περιπλανηθεί σε Ανατολή και Δύση, όπου συνέχισε να συγγράφει επαναστατικά κείμενα.

Στην Αθήνα επέστρεψε το 1839 και δημοσίευσε μέρος του Περιπλανώμενου και τη σατιρική Μενιππεία. Το αποτέλεσμα ήταν προφυλάκισή του και δίκη που κατέληξε σε αθώωσή του το 1841. Το 1843 δημοσίευσε στις Βρυξέλλες τις κωμωδίες Πρωθυπουργός και Ατίθασος ποιητής. Με αφορμή την εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843 δημοσίευσε στην Αθήνα τη Μεταβολή της Γ’ Σεπτεμβρίου και δύο χρόνια αργότερα το Ποιητικόν χαρτοφυλάκιον, συλλογή σατιρικών ποιημάτων. Την νέα έκδοση του Περιπλανώμενου (1852) ακολούθησαν νέες διώξεις και το 1856 δημοσίευσε το έργο «Η τουρκομάχος Ελλάς», ενώ το 1857 τα Απομνημονεύματα του Ανατολικού πολέμου. Ακολούθησαν κατάσχεση και καταστροφή των βιβλίων και σκληρότερες διώξεις, οι οποίες οδήγησαν σε καταδίκη του σε πενταετή κάθειρξη το 1859. Του δόθηκε ωστόσο χάρη από τον Όθωνα μετά από έντεκα μήνες, με τον όρο να μείνει μακριά από την Ελλάδα.

Μετά την έξωση του Όθωνα αποφάσισε να επιστρέψει στην Αθήνα, αρρώστησε όμως στη Σμύρνη τον Ιούλιο του 1868 και πέθανε εκεί. Η ταφή του έγινε στη Σμύρνη και το 1877 ο Αχιλλέας Παράσχος μετέφερε τα οστά του στην Αθήνα, όπου ενταφιάστηκαν με δαπάνη του δημοσίου. Ο Αλέξανδρος Σούτσος είναι γνωστός κυρίως ως σατιρικός ποιητής, μαζί με τον Ανδρέα Λασκαράτο και το Γεώργιο Σουρή. Το έργο του Ο Εξόριστος του 1831, καταγγελία της πολιτικής του Ιωάννη Καποδίστρια, αποτέλεσε το πρώτο νεοελληνικό μυθιστόρημα πολιτικού περιεχομένου και εντάσσεται στην πρωτοπορία της νεοελληνικής πεζογραφίας τόσο θεματικά, όσο και υφολογικά. Σημαντική στάθηκε τέλος η επίδραση του Αλέξανδρου Σούτσου στο έργο των ρομαντικών ποιητών της Α΄ Αθηναϊκής Σχολής.

Η επιστολή – ποιήμα του Σουτσου προς τον αδελφον του Παναγιωτη, που εγράφη περισσότερον από ενάμισυ αιώνα πρίν, είναι εντελώς επίκαιρη

Επιστολή τού Αλεξάνδρου Σούτσου (1803 -1863) ….
….. πρός τόν αδελφόν του Παναγιώτην Σούτσον (1805 -1868), συνταχθείσα τόν Δεκέμβριον τού 1826, διαρκούσης τής Επαναστάσεως τού 1821 , αλλά ταυτοχρόνως καί τού εμφυλίου πολέμου μεταξύ, αφ` ενός μέν τών εθνικών-λαϊκών επαναστατών-στρατιωτικών πατριωτών-αγωνιστών τής Ελευθερίας, οι οποίοι καίτοι θυσιασθέντες διά τήν απελευθέρωσιν τής Πατρίδος, τελικώς παρηγκωνίσθησαν …., αφ` ετέρου δέ τών «ακάπνων» κοτσαμπάσηδων-φαναριωτών καί πολιτικάντηδων-πρακτόρων τών ξένων «προστάτιδων…… δυνάμεων…….», οι οποίοι δυστυχώς, μετά τήν δολοφονίαν τού Καποδίστρια ……., διοικούν εισέτι τήν Ελλάδα …, πρακτορεύοντες ξένα συμφέροντα …, καί μήν επιτρέποντες, μέ κάθε δυνατόν τρόπον, εις τό Έθνος νά καταστή πραγματικώς ελεύθερον καί ανεξάρτητον καί νά προοδεύση ….

Τί κοπιάζεις αδελφέ , ν` ασπρίσης τούς Αράπας ,
νά καταστήσης Περικλείς τού Έθνους τούς σατράπας .
Ανωφελώς εργάζεσαι πρός σύστασιν τών Νόμων
καί δείχνεις εις τούς Έλληνας τής δόξης των τόν δρόμον .
Οι λόγοι σου ηρωϊσμού σπινθήρας δέν ανάπτουν
καί Διπλωμάται πονηροί τόν λάκκον σου σέ σκάπτουν .
Αυτό τής υπουλότητος τό ζωντανόν σχολείον ,
τού βδελυκτού εγωϊσμού τό βρωμερόν αγγείον ,
ο πίθος όπου έρρευσαν αι πλάναι καί οι δόλοι ,
αυτό τό κλεφτοφάναρον , όπου οι κλέπται όλοι
ως όργανον τόν αγαπούν στό πλάγι των νά έχουν
καί πάντοτε μ` αυτό σιμά , στά σκοτεινά νά τρέχουν .
Αυτός όστις εβύζαξε τό γάλα τής κακίας
καί τρίχας άσπρας έβγαλεν εις τάς παρανομίας ,
αυτός παντού συκοφαντεί τήν άδολον ψυχήν σου
καί χύνει τό φαρμάκι του εις τήν υπόληψίν σου .
Στούς ελευθέρους σέ καλεί κακόν αριστοκράτην ,
καί εις τούς τυραννόφρονας αυθάδην οχλοκράτην .
Εις ταίς αυλαίς τών Δυνατών βράδυ πουρνό συχνάζει ,
τούς ερεθίζει κατά σού , καί κατά σού φωνάζει .
ΠΟΥ΄ ΥΠΑ΄ΓΕΙΣ , ΒΡΕ΄ ΜΑΥ΄ΡΕ ;;;;;;; ……….
( = πού πηγαίνεις , δύστυχε ;;;;;…….)



Η επιστολή – ποιήμα εγράφη περισσότερον από ενάμισυ αιώνα πρίν, εις χρόνους κρισίμους διά τό Έθνος καί τήν Πατρίδα, καί περιγράφει μέ πληρότητα αλλά καί γλαφυρότητα την τότε κατάστασιν.

Είναι όμως εντελώς επίκαιρη , διότι ακριβώς τά ίδια καί απαράλλακτα συμβαίνουν καί σήμερα. Δυστυχώς καί εις τόν παρόντα χρόνον ισχύει η ίδια κατάστασις όπως καί τότε καί μάς τό φανερώνει η σκληρή καί περιρρέουσα πραγματικότης, ίσως σέ χειρότερη μορφή, διότι είναι πλέον εδραιωμένη.

Εξαρτάται από εμάς τούς ιδίους, καί μόνον από εμάς …, εάν έχομεν τήν βούλησιν …, νά ξεφύγουμε από τήν ραστώνην εις τήν οποίαν έχομεν περιέλθει …, καί νά δραστηριοποιηθούμε ….., ώστε νά αλλάξουμε τά πράγματα επ` ωφελεία τής Πατρίδος, τού Έθνους, τού Λαού, τής Πολιτείας καί γενικώς τής Ελλάδο.

Τάκις Τζίβας

Πηγές

Εθνικό Κέντρο Βιβλίου

ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ