kariotakis

Ο Κώστας Καρυωτάκης

Παιδική και εφηβική ηλικία

Γεννήθηκε στηνΤρίπολη Αρκαδίαςτο έτος1896. Ήταν δευτερότοκο παιδί του νομομηχανικού Γεωργίου Καρυωτάκη, με καταγωγή από τα Χανιά, και της Αικατερίνης Σκάγιαννη από την Τρίπολη. Στο σπίτι της γεννήθηκε ο ποιητής και εκεί σήμερα στεγάζεται η διοίκηση του εκεί Πανεπιστημίου. Είχε μία αδελφή ένα χρόνο μεγαλύτερή του, τη Νίτσα, που παντρεύτηκε το δικηγόρο Παναγιώτη Νικολετόπουλο, και έναν αδελφό μικρότερο, το Θάνο, που γεννήθηκε το 1899 και σταδιοδρόμησε ως τραπεζικός υπάλληλος. Λόγω της εργασίας του πατέρα του, η οικογένειά του αναγκαζόταν να αλλάζει συχνά τόπο διαμονής. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στη Λευκάδα, το Αργοστόλι, τη Λάρισα, την Πάτρα, την Καλαμάτα, την Αθήνα (1909-1911) και τα Χανιά όπου έμειναν ως το 1913 λόγω των συνεχών μεταθέσεων του πατέρα του. Στην εφηβική του ηλικία 1909-1911 βρέθηκε στην Αθήνα και από το 1911-1913 στα Χανιά. Εκεί ερωτεύτηκε την Άννα Σκορδύλη. Αποφοίτησε το 1913 από το 1ο Γυμνάσιο Χανίων με βαθμό «λίαν καλώς». Από νεαρή ηλικία, περίπου δεκαέξι ετών, δημοσίευε ποιήματά του σε παιδικά περιοδικά, ενώ το όνομά του αναφέρεται και σε διαγωνισμό διηγήματος τηςΔιαπλάσεως των παίδων.

Φοιτητής Νομικής στην Αθήνα

Το 1914 ο Κώστας Kαρυωτάκης μετέβη στην Αθήνα για σπουδές στη Νομική Σχολή και στα τέλη του 1917 απέκτησε το πτυχίο του. Το 1916, φοιτητής στο Β΄ έτος Νομικής, άρχισε να δημοσιεύει ποιήματά του σε λαϊκά περιοδικά αλλά και σε εφημερίδες όπως ηΑκρόπολη. Το 1917 ο πατέρας του απολύθηκε από το δημόσιο ως αντιβενιζελικός.

Η σχέση του με τη Μαρία Πολυδούρη

Η επίσης ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη γνώρισε τον Κώστα Καρυωτάκη το 1920 σε δημόσια υπηρεσία της Αθήνας όπου αμφότεροι εργάζονταν προσωρινά, και τον ερωτεύτηκε. Έχει γράψει σε επιστολή της σε κάποια φίλη της το εξής ιστορικό για τον Καρυωτάκη:«Στο κάτω-κάτω εγώ αγάπησα έναν ποιητή. Δεν αγάπησα έναν ήρωα. Αν ήθελα ήρωα, θα αγαπούσα τον Ανδρούτσο».Άλλη πληροφορία επίσης αναφέρει ότι η Μαρία Πολυδούρη τού είχε προτείνει γάμο, αλλά αυτός αρνήθηκε με τη δικαιολογία ότι«πάσχει από ανίατο αφροδίσιο νόσημα και δεν θέλει να πάρει στο λαιμό του καμιά γυναίκα».Αυτό, φαίνεται να ευσταθεί πλήρως, δεδομένου ότι έγραψε και το σχετικό ποίημα «Ωχρά Σπειροχαίτη», που είναι το όνομα του μικροβίου που προκαλεί τη σύφιλη.
Εκτός από το ποιητικό του έργο, ο Καρυωτάκης έγραψε επίσης πεζά ενώ έδωσε και μεταφράσεις ξένων λογοτεχνών, όπως του Φρανσουά Βιγιόν.

Ποιήματα.

·         Θάνατοι(1919)
·         Ο Πόνος του Ανθρώπου και των Πραμάτων(1919)
·         Νηπενθή = (1921)
·         Ελεγεία και Σάτιρες(1927)
·         Τελευταία ποιήματα (1928) [Αισιοδοξία, Όταν κατέβουμε τη σκάλα…, Πρέβεζα]
·         Ανέκδοτα ποιήματα
·         Μεταφράσεις, Ελεγεία και Σάτιρες κ.α
·         Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα
Πεζά:Το καύκαλο, Η τελευταία, Ο κήπος της αχαριστίας, Ονειροπόλο, Τρεις μεγάλες χάρες, Φυγή,
Το εγκώμιο της θαλάσσης, Κάθαρσις, Η ζωή του.

Μεταφράσεις

1. Elegias e Sátiras/Ελεγεία και Σάτιρες, Théo de Borba Mossburger (Trans.),(n.t.) Revista Literária em Tradução, n1 (set/2010), Fpolis/Brasil, ISSN 2177-5141

Πηγή Βικιπαίδεια.

Αφιερωμένο στον Κώστα Καρυωτάκη

Από την ποιητική συλλογή «Δροσοφίλημα» τουΤάκι Τζίβα.

Ωδή στον Ποιητή

Ω Ποιητή πολύκλαυτε, πικροτραγουδισμένε!
στην Ατραπό τη σκοτεινή ποιο χέρι σ΄οδηγάει
και του θανάτου όμορφα στεφάνια δάφνoπλέκεις;
Τον Αφροδίσιο ξέχασες, άτιτος πια προσμένει
πύρινο βέλος στην καρδιά, βαθειά να σου καρφώσει…

Αδιάφορος, ορθάνοιχτες Πύλες στον πόνο αφήνεις
και της ηλύγης περπατείς, περιαλγής το δρόμο.
Ύφανε η θλίψη μελανό χιτώνα Αλγηδόνος
ποτίζοντας τον με σπουδή Νέσσου πικρό φαρμάκι.

Έπειτα, η Κροκόπεπλη, πάνω σ’ αβύσσου φρύδι
σ’ οδήγησε, της εσχατιάς γεύση πικρή να πάρεις.
Και ήταν τ’ αγνάντεμα αυτό, χαρόντειος α ν ά σ α…
Πονούν οι άνθρωποι στη γη, παρηγοριάς σημάδι
ψάχνουν και περιφέρονται με φέρετρα στους ώμους.
Θαρρούν πως είναι ζωντανοί, δύστυχοι αδοβάτες,
είναι βαρύ το τίμημα του διαρκούς θανάτου.

«Ρωτώ Σε πάλι, ποιητή, πες μου ξανά τι βλέπεις;»
Άνοιξε τριαντάφυλλο η τρυφερή καρδιά του
και τα καρφιά που τρόχιζε τις νύχτες στο λυχνάρι
όλα μπηγμένα έφτιαχναν Σταυρό ματοβαμμένο.
Με το πικρό το βλέμμα του, με τ’ ακροδάχτυλά του
του Σαρκασμού τα πέδιλα άγγιξε και εχάθη…
Θα ψάξει κάθε σπιθαμή τις γειτονιές του κόσμου
να βρει πού χάθηκε η χαρά, πού κρύβεται η Αγάπη…

Σε καρτερούσαν, ποιητή, γενιές πολλές ανθρώπων,
σου φώναζαν Παππούδες σου « Σήκω ψηλά το γένος
χάρισμα θείο έλαβες, μα εσύ δεν το δοκήθης…
Έφυγες αξαγνάντεφτος, χλευάζοντας τον πόνο
της ακρωρίας ψάχνοντας, το φωτεινό αστέρι…

Ίσως πάλι να τρόμαξες, μην πάρουν το Σταυρό σου
δίχως Σταυρό αλίμονο, εσύ τι θ’ απογίνεις;…
Οι ποιητές οι τυχεροί, άτυχοι τούτου κόσμου,
με της ψυχής τα όμματα, θωρούν της γης τα όντα.
Αερικά που τριγυρνούν τις νύχτες και ρωτάνε
αν της αγάπης τα παιδιά νεκρά είναι κι εκείνα…

Αφιερωμένο στον Κώστα Καρυωτάκη – Από την ποιητική συλλογή «Δροσοφίλημα» τουΤάκι Τζίβα.